|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο writer παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: CD
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | writer n | (author) (λογοτεχνία) | συγγραφέας ουσ αρσ/θηλ | | | Stephen King is a famous writer. | | | Ο Στίβεν Κινγκ είναι ένας διάσημος συγγραφέας. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | writer n | (journalist) | συντάκτης, συντάκτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | (επίσημο) | γράφων μτχ ενεστ | | | This writer's articles are biased. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο συντάκτης του άρθρου έχει κάνει πολλά γραμματικά λάθη. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο γράφων φαίνεται να διαφωνεί με την πολιτική της κυβέρνησης. | | writer n | (scribe) | γράφω ρ μ | | | (επίσημο) | συντάκτης, συντάκρια ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | Who was the writer of this note? | | | Ποιος έγραψε αυτό το σημείωμα; | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ποιος είναι ο συντάκτης της επιστολής που έλαβες; |
| Σύνθετοι τύποι: | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: copywriter, copy-writer n | (publicity material, etc.: writer) (διαφημίσεων) | κειμενογράφος ουσ αρσ/θηλ | | | The copywriter came up with some exciting blurb for the back of the book. | freelance writer, free-lance writer n | (writer: self-employed) | ανεξάρτητος συγγραφέας, ανεξάρτητη συγγραφέας επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | freelance συγγραφέας φρ ως ουσ αρσ/θηλ | | | Roger hired a freelance writer to write some articles for him. | ghost writer, ghostwriter n | (author who writes for [sb] else) | αφανής συγγραφέας επίθ + ουσ αρσ/θηλ | | | | συγγραφέας που γράφει κτ για κπ άλλον περίφρ | | | The politician is employing a ghost writer to write her autobiography. | | lyric writer n | ([sb] who writes words to music) | στιχουργός ουσ αρσ/θηλ | | medical writer n | (author of health or pharmaceutical documents) | συγγραφέας ιατρικών κειμένων περίφρ | | news writer n | (journalist who writes the news) | συντάκτης ειδήσεων ουσ αρσ | short story writer, short-story writer n | (author of short fiction) | συγγραφέας διηγημάτων φρ ως ουσ αρσ/θηλ | | | | διηγηματογράφος ουσ αρσ/θηλ | | | Edgar Allan Poe was a famous 19th-century American short story writer. | | songwriter n | (composer of songs) (μουσική) | τραγουδοποιός ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | (στίχοι) | στιχουργός ουσ αρσ/θηλ | | | An up-and-coming songwriter will perform at the festival. | space man, space-man, space writer n | (journalist paid by space filled) | δημοσιογράφος που πληρώνεται με τη λέξη | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. | | speech writer n | (scriptwriter of a public address for [sb] else) | συντάκτης ομιλιών, συντάκτρια ομιλιών φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ | | staff writer n | (regular journalist for a newspaper) | μόνιμος συντάκτης, μόνιμη συντάκτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ | | story writer n | (author of prose fiction) | συγγραφέας ουσ αρσ | | | I want to be a story writer when I grow up. | | technical writer n | ([sb] who writes technical documents) | συντάκτης τεχνικών κειμένων, συντάκτρια τεχνικών κειμένων φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ | | travel writer n | (author of travel books) | συγγραφέας ταξιδιωτικών βιβλίων, συγγραφέας ταξιδιωτικών οδηγών φρ ως ουσ αρσ/θηλ | | | The travel writer has just published a new book about Spain. |
|
|